Τι ακριβώς ήταν και είναι ο Αργαλειός;;



            




ΓΡΑΦΕΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΕΡΚΟΥΛΙΔΗ
Ένας τομέας της χειροτεχνίας στον οποίο η Κρήτη έχει να δείξει μια μακροχρόνια παράδοση αλλά και μια σύγχρονη αξιόλογη παραγωγή είναι η παραδοσιακή λαϊκή υφαντική και κεντητική τέχνη.

Σε κάθε σπίτι σε παλιότερες εποχές υπήρχε παραδοσιακός αργαλειός για την ύφανση ξομπλιαστών και πλουμιστών υφαντών.



Ο αργαλειός είναι μηχανή που χρησιμοποιούνταν για την ύφανση στα παλιά χρόνια. Έπαιξε πολύ βασικό ρόλο την εποχή εκείνη, φτιάχνοντας διάφορα κεντητά, κουβέρτες, χαλάκια, και ζεστά ρούχα για τον χειμώνα.

Η κάθε νοικοκυρά του σπιτιού έπρεπε να γνωρίζει αυτή την τέχνη, και συνήθως οι παλιές γυναίκες την μάθαιναν στα μικρότερα κορίτσια, και τα μικρότερα αφού μεγάλωναν στις κόρες και εγγονές.

Δεν έλειπε από κανένα σπίτι. Ήταν πολύ απαραίτητος στην εποχή εκείνη. Απαραίτητος και για το στολισμό του σπιτιού από τα υφαντά του, και τον ρουχισμό.


Λίγα λόγια για την περιγραφή του

Ήταν μια απλή κατασκευή από ξύλο με τη μορφή χονδρών σανίδων ή ορθογώνιας διατομής μακρόστενων καδρονιών. Πάνω σε ένα κυλινδρικό εξάρτημά του τύλιγαν την κόκκινη κλωστή που χρησιμοποιούσαν ως βάση για την ύφανση και την ονόμαζαν στημόνι. Όλες αυτές οι κλωστές απλώνονταν από τον κύλινδρο σε δεκάδες παράλληλα ζεύγη προς έναν άλλο κύλινδρο, ίδιο με τον προηγούμενο, που βρισκόταν στο αντίθετο μέρος του αργαλειού, εμπρός από τη θέση του ατόμου που τον χειριζόταν. Όλα τα παράλληλα ζεύγη του στημονιού περνούσαν μέσα από δύο χτένια που βρίσκονταν το ένα εμπρός από το άλλο και πιο συγκεκριμένα, οι μισές περνούσαν μέσα από το ένα και οι άλλες μισές μέσα από το άλλο. Έτσι πατώντας ένα μοχλό, τα χτένια μετακινούνταν το ένα προς τα πάνω και το άλλο προς τα κάτω δίνοντας τη δυνατότητα ανάμεσα από τις κλωστές (στημόνι) να περάσουν τις μάλλινες χοντρές, κλωστές που θα γίνονταν κουβέρτες ή στρωσίδια.

Μετά από τα δύο αυτά χτένια, το στημόνι περνούσε μάσα από ένα άλλο σκληρό και δυνατό χτένι που οι άκρες του κρέμονταν με δύο λεπτές σανίδες από το πάνω μέρος της κατασκευής, παρέχοντάς του τη δυνατότητα να μπορεί να κινείται όλο το χτένι παράλληλα με τις κλωστές του στημονιού ακολουθώντας τη φορά του. Κάθε φορά που περνούσαν τη μάλλινη κλωστή, με αυτό το σκληρό χτένι χτυπούσαν, κινώντας το μπρος-πίσω με δύναμη, τη μάλλινη κλωστή να πάει πολύ κοντά στην προηγούμενη που είχαν περάσει. Αυτό το χτύπημα ήταν το χαρακτηριστικό χτύπημα του αργαλειού που έχει εμπνεύσει και λαϊκούς ή δημοτικούς δημιουργούς. Για να γίνει μια κουβέρτα ή ένα όποιο αποτέλεσμα χρειαζόταν πολλές ώρες δουλειάς.


Περιγραφή του αργαλειού

Α) Σκελετός (σταθερά μέρη του αργαλειού). Αποτελείται από τα δύο μεργιά στα οποία στηρίζονται τα πόδια, από τις κολώνες, την κοράτσα, την κορατσίνα, τα λάσφυρα, τα κλειδιά και τους πόρους. 1. Ποδάρι, 2. Μεριά ή πατητήρες, 3. Πετάλια, 4. Κορώνα Όρθια ή αμασκάλη, 5. "Αντί" που τυλίσσεται το στημόνι, 6. Κορώνα εγκάρσια, 7. Πέταλο, 8. Τμήμα Πετάλου που μπαίνει το χτένι, 9. Υφασμένο πανί, 10. "Αντί" που τυλίσσεται το βαμμένο πανί, 11. Αργαστηροσάνιδο ή Κωλοσάνιδο, 12. Καρόλι από όπου κρέμονται οι μίτοι ή καβαλάρηδες, 13. Περάτες (2 εμπρός και δύο πίσω), 14. Σφίκτης (Βέργα που σφίγγει και ξεσφίγγει το στημόνι, 15. Σφίκτης που σφίγγει το ύφασμα, 16. Περάτης Πισινός που κρατά τα μεριά, 17. Πήχες μετάλλου. Β) Βοηθητικά μέρη του αργαλειού: 1) Χτένια: Γίνονται από καλάμια ή σφάκα. Ο σκελετός τους αποτελείται από 4 καλάμια. Ανάμεσα στα καλάμια τοποθετούνται τα "δόντια" που είναι λεπτά πελεκημένα καλάμια. Το διάστημα ανάμεσα από το ένα "δόντι" στο άλλο λέγονται «θύρες», μέσα από τις οποίες περνούν τα νήματα. 2) Πέταλα: Χρησιμεύει για την τοποθέτηση του χτενιού. 3) Μίτοι: Πλέκονται από ειδικές τεχνίτριες με χοντρό νήμα. Οι μίτοι αποτελούνται από ξεχωριστά τμήματα που λέγονται μιτάριο ή βεργιά. Ανάλογα με το είδος του υφαντού χρησιμοποιείται και ένας αριθμός από μιτάρια. Μπορεί να χρησιμοποιηθούν από 2-14 μιτάρια. Οι μίτοι βοηθούν στην καλύτερη στερέωση του νήματος. 4) Πήχες: Απ' αυτές κρέμονται οι μίτοι και το πέταλο. 5) Πατητήρες: Είναι λωρίδες από στερεό πανί, στερεωμένες σ' ένα ξύλο στο πάτωμα. Σ' αυτές είναι δεμένοι οι «μίτοι». 6) Σαΐτα: Μ' αυτήν η υφάντρια περνά το υφάδι ανάμεσα από το άνοιγμα του στημονιού. 7) Αντί: Ο αργαλειός έχει δύο αντιά, το πισάντι και μπροστάντι Το πισάντι είναι στο πίσω μέρος, όπου τυλίγεται το νήμα του στημονιού, και το μπροσάντι στο μπροστινό μέρος όπου τυλίγεται το ύφασμα που έχει υφανθεί. 8) Αντιράδι: Τοποθετείται στο πίσω μέρος του αργαλειού ώστε να τυλίγεται μέρος του υφασμένου υφάσματος για να μην εμποδίζει την υφάντρα. 9) Τελαροσάνιδο: Πάνω σ' αυτό κάθεται η ανυφαντού. 1 Ο) Σφίχτες: Είναι δύο. Ο ένας χρησιμεύει για να βοηθά να είναι πάντα τεντωμένο το νήμα και ο άλλος στο τέντωμα του υφαντού.





Σημαντικά κέντρα υφαντικής υπήρξαν τα Σφακιά, τα χωριά Ανώγεια, Κρουσώνας Εθιά ,Κίσσαμος Σημαντικά κέντρα υφαντικής υπήρξαν τα Σφακιά, τα χωριά Ανώγεια, Κρουσώνας, Ζαρός του Ψηλορείτη, η Κριτσά και η Βιάννος στο όρος Δίκτη και τα ορεινά Σητειακά χωριά.

Σήμερα η υφαντική τέχνη έχει περιοριστεί σημαντικά, σε ορεινές περιοχές του Ψηλορείτη(Κρουσώνα, Γέργερης, Ζαρού, Ανωγείων) και της Δίκτης (Βιάννος), όπου οι γυναίκες, μεγαλύτερης συνήθως ηλικίας, εξακολουθούν να δημιουργούν μοναδικά Κρητικά υφαντά ακολουθώντας την παράδοση αιώνων με τη χρήση μαλλιού, λιναριού, βαμβακιού και μεταξιού.

Τα διακοσμητικά μοτίβα εκτός από τα διάφορα γεωμετρικά σχήματα, δανείζονται εικόνες από τη φύση αλλά και από ανθρώπινες δραστηριότητες.

Τα μάλλινα κιλίμια, οι μπατανίες, οι "βούργιες", πολύχρωμα σακίδια που χρησιμοποιούνταν στις κοινωνικές εκδηλώσεις αλλά και από τους κτηνοτρόφους για τη μεταφορά των τροφίμων, τα βαμβακερά ή λινά σεντόνια, οι πετσέτες και τα μεταξωτά φορέματα και είδη ρουχισμού είναι από τα συνηθέστερα προϊόντα της κρητικής υφαντικής τέχνης.

Τα κρητικά κεντητά φημίζονται για τις πολύχρωμες παραστάσεις τους με θέματα τόσο από τη φύση και την καθημερινή ζωή όσο και από μοτίβα δανεισμένα από την μινωική και βυζαντινή παράδοση του νησιού. Τα κεντητά και τα υφαντά σε πολλές περιπτώσεις συνοδεύονται από πλεκτές δαντέλες σε υπέροχα σχέδια και μοτίβα.

Βάμος, Ζαρός του Ψηλορείτη, η Κριτσά και η Βιάννος στο όρος Δίκτη και τα ορεινά Σητειακά χωριά.

Σήμερα η υφαντική τέχνη έχει περιοριστεί σημαντικά, σε ορεινές περιοχές του Ψηλορείτη(Κρουσώνα, Γέργερης, Ζαρού, Ανωγείων) και της Δίκτης (Βιάννος), όπου οι γυναίκες, μεγαλύτερης συνήθως ηλικίας, εξακολουθούν να δημιουργούν μοναδικά Κρητικά υφαντά ακολουθώντας την παράδοση αιώνων με τη χρήση μαλλιού, λιναριού, βαμβακιού και μεταξιού.

Τα διακοσμητικά μοτίβα εκτός από τα διάφορα γεωμετρικά σχήματα, δανείζονται εικόνες από τη φύση αλλά και από ανθρώπινες δραστηριότητες.

Τα μάλλινα κιλίμια, οι μπατανίες, οι "βούργιες", πολύχρωμα σακίδια που χρησιμοποιούνταν στις κοινωνικές εκδηλώσεις αλλά και από τους κτηνοτρόφους για τη μεταφορά των τροφίμων, τα βαμβακερά ή λινά σεντόνια, οι πετσέτες και τα μεταξωτά φορέματα και είδη ρουχισμού είναι από τα συνηθέστερα προϊόντα της κρητικής υφαντικής τέχνης.

Τα κρητικά κεντητά φημίζονται για τις πολύχρωμες παραστάσεις τους με θέματα τόσο από τη φύση και την καθημερινή ζωή όσο και από μοτίβα δανεισμένα από την μινωική και βυζαντινή παράδοση του νησιού. Τα κεντητά και τα υφαντά σε πολλές περιπτώσεις συνοδεύονται από πλεκτές δαντέλες σε υπέροχα σχέδια και μοτίβα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ